Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Baby Driver (2017)

Με την τριλογία «Cornetto» και το «Scott Pilgrim vs the world», ο Edgar Wright έχει αποδείξει πως αποτελεί επιδέξιο χειριστή των κινηματογραφικών ειδών και βαθύ γνώστη των κινηματογραφικών κανόνων. Ταυτόχρονα, διαθέτει μια τελειομανία που εκφράζεται μέσω της εμμονικής του προσοχής στη λεπτομέρεια κι ένα χαρακτηριστικό, υποδειγματικό σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Το «Baby Driver» διαθέτει όλες αυτές τις ιδιότητες του ταλαντούχου Βρετανού, ο οποίος τώρα δοκιμάζεται σε κάτι πιο καθαρόαιμα action, λιγότερο κωμικό και προσωπικό απ’ ό,τι μέχρι τώρα. Η δημιουργική του σφραγίδα βέβαια είναι πάντα διακριτή, όπως είναι κι η κινηματογραφική του δεξιοτεχνία, είτε πρόκειται για το στήσιμο ενός μονοπλάνου, τη χρήση της μουσικής, τη σύλληψη ενός κυνηγητού ή την υφολογική και συναισθηματική απόκλιση από ένα φιλμ δράσης του σωρού.

Ο Wright μοιάζει να χτίζει διακριτικά μα αισθητά έναν κόσμο εσκεμμένα μη ρεαλιστικό, επιτηδευμένα ρομαντικό, καθιστώντας σε πρόθυμο να δεχτείς αδιαμαρτύρητα σχεδόν τα πάντα, ως κομμάτι ενός απολαυστικού κινηματογραφικού παραμυθιού. Ωστόσο, υπάρχει ένα όριο στις σεναριακές ευκολίες που δύνασαι να συγχωρήσεις στο όνομα αυτού, και δυστυχώς στο τέλος ο Wright ποντάρει υπερβολικά έντονα σε αυτή τη συνειδητή επιτήδευση, εκθέτοντας ασυγχώρητες ανεπάρκειες στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, οι οποίοι καταλήγουν να υπηρετούν την πλοκή τυφλά και βολικότατα. Πλάι σ’ αυτούς, η ασυγκράτητη σκηνοθετική έμπνευση της αρχής πάει κι αυτή μυστηριωδώς περίπατο κατά το φινάλε, αφήνοντάς μας να απορούμε για αυτόν το δημιουργικό διχασμό, μα παρόλα αυτά μην καταφέρνοντας να μας στερήσει πλήρως την απόλαυση της παλιομοδίτικα ρομαντικής καρδιάς του φιλμ.

Παρά τα ελαττώματά του, το «Baby Driver» αποτελεί υπόδειγμα στο χώρο της κινηματογραφικής δράσης και μια όχι απογοητευτική προσθήκη στην αξιοσημείωτη φιλμογραφία του Wright, παρόλο που μάλλον τον συναντάμε στη λιγότερο εμπνευσμένη στιγμή του μέχρι τώρα.

Βαθμολογία: 3/5

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

After the storm (2016)

Ο Hirokazu Kore-eda είναι θαυμαστής των καθημερινών οικογενειακών ιστοριών, παρατηρητής των ασήμαντων μικρο-στιγμών που περνούν απαρατήρητες, συνεχιστής της κινηματογραφικής παράδοσης του Yasujiro Ozu και (συνεπώς) εραστής της αφηγηματικής απλότητας. Στην εποχή της γρήγορης εικόνας, του larger-than-life και του CGI, ένα τέτοιο μικρό βεληνεκές δύναται να καταστήσει μια ταινία λησμονίσιμη, αν όχι βαρετή. Κι ο Kore-eda, χωρίς να κάνει σε καμία περίπτωση «δύσκολο» σινεμά, δεν κάνει ούτε και χάρες στο μη εξοικειωμένο με το έργο του κοινό. Δοκιμάζει αφηγηματικές επιλογές που εύκολα αποξενώνουν το θεατή, ενώ μοντάρει ο ίδιος την ταινία του αφήνοντας τους ρυθμούς να πλατειάσουν συνειδητά, ώστε να αφουγκραστούν την ανεπιτήδευτη εξέλιξη των ρεαλιστικών στιγμών που απεικονίζονται. Μικρά λάθη όπως το ελαφρό γλίστρημα ενός ηθοποιού έχουν κι αυτά χώρο στο σινεμά του Kore-eda, ανάγοντάς το σε έναν ύμνο στον καθημερινό ρεαλισμό.

Όποιος λοιπόν εμπιστευτεί την έμπειρη πένα του σκηνοθέτη, σεναριογράφου και μοντέρ και δείξει υπομονή κατά την πρώτη ώρα του φιλμ που λειτουργεί σχεδόν σαν μια εισαγωγή στη δεύτερη, τότε θα δικαιωθεί πλήρως. Αντισυμβατικά άρρυθμο και ασαφές ως προς την αφηγηματική του εστίαση, το πρώτο μέρος της ταινίας λειτουργεί ως χτίσιμο του χαρακτήρα του ιδιωτικού ντετέκτιβ, συγγραφέα και χωρισμένου πατέρα Hiroshi Abe, αλλά και δευτερευόντως της χήρας μητέρας του Kirin Kiki, μέχρι το ξέσπασμα της καταιγίδας του τίτλου. Η τελευταία, δίνει την αφορμή για μια απολαυστικά εκτενή σεκάνς-φινάλε, που επενδύει στην ατμόσφαιρα και την οικειότητα του περιβάλλοντος για να μελετήσει με άκρα ευαισθησία τη γλυκόπικρη περιπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Στο επίκεντρο πάντα βρίσκεται η μητρότητα-πατρότητα, στα πλαίσια μιας τρυφερότατης προσπάθειας κατανόησης όσων χωρίζουν μα κι όσων ενώνουν μια οικογένεια. Κι έτσι, ο Kore-eda και οι καταπληκτικοί ερμηνευτές του κερδίζουν το στοίχημα τού κατά πόσον μια τόσο απλή, καθημερινή προσέγγιση μπορεί να αποδειχθεί αξιομνημόνευτη, δημιουργώντας αφοπλιστικά ανθρώπινο σινεμά με προσωπικότητα, άποψη και καρδιά. Τι έχει αλλάξει, τελικά, μετά την καταιγίδα;


Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Spider-man: Homecoming / Spider-man: Η επιστροφή στον τόπο του (2017)

Η τρίτη κινηματογραφική εκδοχή του Σπάιντερ-μαν (τέταρτη αν μετρήσουμε και το φιλμ - πιλότο τηλεοπτικής σειράς της των `70ς) δεν είχε ποτέ λόγο να ανησυχεί ιδιαίτερα για την αποδοχή από το κοινό της επαναδιατύπωσης ενός από τους διασημότερους κόμικ ήρωες όλων των εποχών. Ο νέος Spider-man είχε περάσει ήδη από δημόσια οντισιόν πέρυσι στο «Civil war», η οποία κρίθηκε θριαμβευτικά επιτυχημένη, κατοχυρώνοντας αυτομάτως στο «Homecoming» τον ασυγκράτητο ενθουσιασμό των φαν.

Ο Σπάιντερ-μαν λοιπόν επιστρέφει πράγματι στον τόπο του και τη «μαμά» Marvel, μετά από την άδοξη προ τριετίας λήξη και το άμεσο πέρασμα στη λήθη της (όχι-και-τόσο) «Amazing» εκδοχής του από τη Sony. Εδώ, η τελευταία παραμένει ως βασική παραγωγός εταιρία στο οικονομικό κομμάτι, χωρίς όμως λόγο στο καλλιτεχνικό, με την αυτοκρατορία των Marvel Studios να συνεχίζει να αναπτύσσει το δαιδαλώδες μυθοπλαστικό σύμπαν της με καινούριους χαρακτήρες και αυστηρά μα επιτυχώς συνταγογραφημένα φιλμ. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο έφηβος Σπάιντερ-μαν να παρεκκλίνει από τη συνταγή, η οποία όσο σίγουρη και ασφαλής παραμένει, άλλο τόσο φροντίζει κάθε φορά να πασπαλίζεται με διαφορετικά μυρωδικά κινηματογραφικών ειδών, από το κατασκοπικό θρίλερ του «Captain America: Winter Soldier» στο heist move του «Ant-man» κι από κει στην ψυχεδελική μαγεία του «Doctor Strange». Εδώ, αφενός ο συμπαθής χαρακτήρας που γνωρίσαμε στις κλασικές ταινίες του Sam Raimi μετατρέπεται σε μια ακόμη έκφανση της Marvelικής συνταγής, ίσως χάνοντας ελαφρώς κάτι από τη δική του κινηματογραφική φυσιογνωμία, μα από την άλλη μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τόσο τον ίδιο, όσο και τη μυθολογία της Marvel στα πλαίσια ενός νέου, άκρως ταιριαστού υπο-είδους: τη λυκειακή κωμωδία!

Όπως σε κάθε νέα ερμηνεία ενός μύθου, έτσι κι εδώ υπάρχουν πράγματα που κερδίζονται και άλλα που χάνονται στη μετάφραση. Η ουσία του Σπάιντερ-μαν όμως ήταν πάντα πως επρόκειτο για τον ήρωα της διπλανής πόρτας, ένα έφηβο λυκειόπαιδο που δε διαφέρει σε τίποτα από τους συνομηλίκους του, εκτός του ότι τυχαίνει από λάθος να έχει σούπερ δυνάμεις. Είναι ένας καθημερινός άνθρωπος της εργατικής τάξης, που όσο παίζει ξύλο με υπερ-εγκληματίες, άλλο τόσο παλεύει για μια υιγή σχέση με την κοπέλα του, για να βγάλει τα προς το ζην και για να μην ανησυχεί η θεία του κάθε φορά που τον βλέπει να γυρίζει σπίτι με μελανιές.

Το «Homecoming», λοιπόν, κατανοεί τον Σπάιντερ-μαν. Τον αποτυπώνει ως ένα 15χρονο nerd, γεμάτο παιδικό ενθουσιασμό απέναντι στις σούπερ δυνάμεις του. Ο Peter Parker του Tom Holland δεν αναζητά απαντήσεις σε κάποια συνομοσιολογικά μυστηριώδη δολοφονία των γονιών του, δε λύνει αδύνατες επιστημονικές εξισώσεις για να εφεύρει την κυτταρική αυτοανάρωση και δε σώζει τον κόσμο από κακούς που θέλουν να μεταμορφώσουν τους πάντες σε γιγάντιες σαύρες (γκουχ γκουχ, «Amazing Spider-man», γκουχ γκουχ). Ως ήρωας μιας σχολικής κομεντί, ζει τη φυσιολογική ζωή ενός 15χρονου, με την εξαίρεση της μυστικής του ταυτότητας, ούτε κι ως προς την οποία όμως διαθέτει ακόμα την απαιτούμενη ωριμότητα. Έτσι, παρόλο που το γνωστό origin story αναμενόμενα προσπερνιέται, το φιλμ παραμένει μια ιστορία για τη γέννηση ενός σούπερ-ήρωα, κατά τη λογική μιας ιστορίας ενηλικίωσης.

Αντίστοιχη και η περίπτωση του κινηματογραφικού κακού. Όντας ελαφρώς πιο ενδιαφέρων από τον μέσο (παντελώς αδιάφορο) κακό του Marvel Cinematic Universe, ο «Vulture» («Γύπας») του Michael Keaton -καθόλου τυχαία επιλογή, σε έναν (ακόμη) αυτοαναφορικό ρόλο ενός… Birdman!- δεν αποτελεί παρά έναν άνεργο εργάτη που προσπαθεί να θρέψει την οικογένειά του, κλέβοντας από τη φανταχτερή κοινωνική ελίτ των διάσημων σούπερ ηρώων. Κατά τις «μεγάλες» αναμετρήσεις του με τον Σπάιντερ-μαν, δεν υπάρχει ποτέ κάποιο σατανικό σχέδιο που να διέπεται από καταστροφολογία ή κάποια αιμοδιψή μανία από μέρους του, με αθώους πολίτες να απειλούνται μονάχα ως παράπλευρες απώλειες.

Κι όσο εύστοχη κι αν φαντάζει αυτή η έμφαση στις ανθρώπινες διαστάσεις των ηρώων, η ένταξή τους στα πλαίσια μιας teen κωμωδίας γεννά και ορισμένες ενστάσεις. Ναι μεν επιτρέπει στις εντάσεις να περιοριστούν απρόσμενα πολύ για μια superhero movie, μα αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο ανθρωποκεντρισμός του στέφεται με επιτυχία. Η εύπεπτη διάθεση και το ανεξάντλητο χιούμορ που χαρακτηρίζουν κάθε σκηνή μπορεί να προσφέρουν ένα διασκεδαστικότατο δίωρο, μα ταυτόχρονα εμποδίζουν την ταινία να αγγίξει τη συναισθηματική αλήθεια της σχέσης του Peter με τους θείους του στα φιλμ του Raimi ή με τη Gwen σε αυτά του Webb. Τα  «Amazing Spider-man» κατακρίνονται για τη σοβαροφάνειά τους, μα ο δραματικός ρεαλισμός που είχε την ευκαιρία να επιδείξει ο Andrew Garfield εκεί ουδέποτε διακρίνεται στο «Homecoming», όσο ταλαντούχος και ιδανικός στο ρόλο κι αν είναι ο 20χρονος Tom Holland. Η χιουμοριστική προσέγγιση μπαίνει στη μέση της συναισθηματικής ειλικρίνειας, κι αυτό είναι αισθητό και στο ρόλο του Jacob Batalon που συχνά θυμίζει απλό comic relief χαρακτήρα. Το πρόβλημα γίνεται όμως πάνω απ` όλα αισθητό στο χαρακτήρα της Laura Harrier, αυτόν του νέου ερωτικού ενδιαφέροντος του Peter, η χημεία της με τον οποίο υστερεί σχεδόν αποστομοτικά αυτής των προκατόχων τους.

Ίσως η μοναδική άλλη ένσταση που απορρέει από τα παραπάνω είναι η απουσία δραματικού βάρους στις περισσότερες σκηνές δράσεις. Η γενική ελαφρότητα έχει ως αποτέλεσμα, όσο ο ήρωας παίζει ξύλο με τον Vulture, να μη διακυβεύεται τίποτα δραματουργικά. Το μοναδικό ζήτημα της μάχης, με άλλα λόγια, παραμένει τις περισσότερες φορές το να «νικήσει ο καλός τον κακό», χωρίς αυτό να έχει κάποια βαθύτερη σημασία για τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή. Αυτό συνεπάγεται σαφή έλλειψη ενδιαφέροντος στο κομμάτι της δράσης, κάτι που ευτυχώς καταπολεμάται από τη συνεχή παρουσία χιούμορ, που δεν αφήνει ανέπαφες ούτε και τις σκηνές των θεαματικών εφέ.

Τέλος, το φιλμ απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τον χειροπιαστό ρεαλισμό της τριλογίας του Raimi με την ένταξη του Σπάιντερ-μαν στο σύπμαν των Avengers, μιας και εξωγήινα όπλα, υπερ-τεχνολογικά γκάτζετ και πολύχρωμες CGI ριπές μοιάζουν να είναι βγαλμένα από άλλη ταινία του MCU και δεν «κολλάνε» πλάι στον 15χρονο ήρωα μιας φτωχογειτονιάς του Κουίνς. Ταυτόχρονα βέβαια, αυτή η «ένταξη του Σπάιντερ-μαν στο σύπμαν των Avengers» είναι ουσιωδώς εκμεταλλευμένη από το σενάριο, μιας και προσφέρει όχι μόνο μερικά απολαυστικότατα cameos εταίρων σουπερηρώων, αλλά και το ίδιο το character arc του πρωταγωνιστή, του οποίου βασική επιδίωξη είναι να αποδειχτεί άξιος για να γίνει μέλος των Avengers. Πρόκειται για μια μικρού δραματικού βεληνεκούς αντιμετώπιση του χαρακτήρα, κάτι που δεν πειράζει καθόλου εφόσον εντέλει αποδεικνύεται ολοκληρωμένη και ουσιώδης, καθιστώντας ακόμα και τις πολυάριθμες εμφανίσεις του Robert Downey Junior -κόντρα στις προσδοκίες- δραματουργικά καίριες.

Ο καινούριος Σπάιντερ-μαν ανανεώνει αποτελεσματικά το μύθο ενός από τους πιο αγαπημένους σούπερήρωες όλων των εποχών, προσφέροντας μια σίγουρη και ασφαλή μεν, μα φρέσκια και άκρως κεφάτη εκδοχή της Μαρβελικής συνταγής. Η κωμική προεργασία από τους «Guardians of the Galaxy» της Marvel και τον κανιβαλιστικό «Deadpool» της Fox μετουσιώνεται εδώ στην πρώτη καθαρή σουπερηρωική κωμωδία του Marvel Cinematic Universe, γεμάτη απρόσμενο αυτοσαρκασμό και δίχως ίχνος σοβαροφάνειας. Ακόμα κι αν η έλλειψη της δραματικής ειλικρίνειας των προηγούμενων εκδοχών του ήρωα είναι αισθητή, το φιλμ προσφέρει ένα δίωρο καθαρόαιμης διασκέδασης που δε μπορεί να σε αφήσει παραπονεμένο.

Βαθμολογία: 3/5 

Σημείωση 1: Η Marvel έχει στα χέρια της το καλύτερο εισαγωγικό μουσικό θέμα που έχουμε ακούσει ως τώρα και δεν το ξαναχρησιμοποιεί ποτέ μετά την εισαγωγή. Θέλουμε να το ξανακούσουμε!

Σημείωση 2: Μία από τις καλύτερες post-credits σκηνές του MCU (για μένα πλάι σε εκείνη των «Avengers»).

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

El Bar / Το Μπαρ

Ο Alex de la Inglesia έχει μια συγκεκριμένη στιλιστική ταυτότητα, με την οποία οφείλει να εξοικειωθεί κανείς για να απολαύσει τη δουλειά του. Το κινηματογραφικό σύμπαν του χαρακτηρίζεται από μια πανταχού παρούσα υπερβολή, που ξεκινάει από τις ατάκες, τις ερμηνείες και τη μουσική και φτάνει μέχρι το μοντάζ, τις γωνίες λήψης και τις χρωματικές παλέτες. Τα πάντα μοιάζουν τραβηγμένα σε μια πομπώδη, ηθελημένη κινηματογραφική επιτήδευση, που σκεπάζει ολόκληρο το στόρι με μια ομπρέλα ειρωνείας. Ακόμα και η -ηδονοβλεπτικά- ακραία βία του δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά, ανάγοντας τη θέαση σε μια ανοικονόμητη σκηνοθετική εξτραβαγκάντσα, που δεν ξέρει πότε να χαμηλώσει τους τόνους. Έτσι, όσο κι αν είναι κατανοητό το να απολαμβάνει κανείς το εν λόγω στιλ, άλλο τόσο είναι εύκολο να κουράζεται από αυτό, καθώς φλερτάρει επικίνδυνα με την αισθητική βιντεοκλίπ.

Έτσι κι εδώ, τα πάντα παραμένουν βαρύγδουπα και παραφουσκωμένα, ειρωνικά και κατά έναν απροσδιόριστο τρόπο σχεδόν σατιρικά. Ο μικρόκοσμος του «Μπαρ» προσφέρεται για ουσιώδεις κοινωνικές παραβολές και η ασυγκράτητη σκηνοθεσία προμηνύει απουσία ορίων, κάποιο ενδεχόμενο ξέσπασμα παράνοιας και απρόβλεπτη κατάληξη στην προβληματική του. Δυστυχώς, όμως, ακόμη κι αν κανείς απολαύσει τη στιλιστική άποψη, δεν θα βρει ανταπόκριση στον νοηματικό άξονα του φιλμ. Ο Inglesia μοιάζει διαρκώς να σπρώχνει την ιστορία προς διαφορετικές κατευθύνσεις κοινωνιολογικού προσανατολισμού, χωρίς όμως να κατασταλάζει κάπου συγκεκριμένα, αφήνοντας την υπόνοια σάτιρας κενή και χωρίς αποδέκτη. Το σενάριο χοροπηδάει από υποπλοκή σε υποπλοκή, καταλήγοντας εντέλει στα ασφαλή, χιλιοειδωμένα και προβλέψιμα, με τις προσδοκώμενες εκπλήξεις να μένουν στη φαντασία μας.

Η πρόθεση του Inglesia είναι, πιθανά, να καταδείξει την αλλαγή ή, καλύτερα, το ξεγύμνωμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς υπό τη δράση του ενστίκτου επιβίωσης απέναντι στην άμεση απείληση της ζωής του, με άλλα λόγια το πέσιμο της μάσκας της τυπικής ευγένειας. Μα παρόλο που αυτό υπογραμμίζεται εύστοχα μέσω των τελευταίων πλάνων, συνολικά ο Inglesia αδυνατεί να το διατυπώσει σε ένα ολοκληρωμένο, ουσιώδες και αξιοσημείωτο σχόλιο, που να ξεχωρίζει στοιχειωδώς από τις αμέτρητες, καλύτερες εκδοχές του που έχουμε ξαναδεί πολλάκις. Άλλωστε, η πρωταγωνίστρια δεν υπόκειται σε καμία ουσιαστική αλλαγή, παραμένοντας στερεοτυπικά ως το τέλος η «άγια κούκλα πρωταγωνίστρια», αναιρώντας την όλη προβληματική για χάρη της ασφαλούς σεναριακής δομής. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο αν υιοθετούσαμε εξαρχής την οπτική του συγκεκριμένου χαρακτήρα, μα η αφήγηση είναι πάντα τριτοπρόσωπη και ως επί το πλείστον ισόποσα κατανεμημένη μεταξύ των χαρακτήρων. Γι` αυτό και είναι άλλωστε τόσο «προδοτικό» προς τον θεατή που εντέλει το φιλμ παραδίνεται αποστομωτικά άνετα στα πιο ξεπερασμένα κινηματογραφικά στερεότυπα: Η -υπερσεξουαλικοποιημένη- «κούκλα» είναι έξυπνη, ταπεινότατη και ηθικά ακέραια, το χίπστερ ομορφόπαιδο αναγνωρίζει και συγχωρείται για τα λάθη του, ενώ ο τρελός άστεγος αναδεικνύεται στον αιμοδιψή κακό. Όλα αυτά μοιάζουν αόριστα να βρίσκονται εκεί στα πλαίσια κάποιου ειρωνικού, αυτοαναφορικού σχολιασμού, μα το φιλμ ποτέ δεν καταφέρνει να πατήσει σταθερά στα πόδια του και να διατυπώσει με σαφήνεια τις καλλιτεχνικές του φιλοδοξίες.

Βαθμολογία: 1/5

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

The beguiled / Η αποπλάνηση (2017)

Λογοτεχνική πρώτη ύλη του 1966 από τον Thomas Cullinan, μια πρώτη κινηματογραφική απόπειρα το 1971 από τον Don Siegel με τον Clint Eastwood στο βασικό ρόλο και τώρα αισίως φτάνουμε στη δεύτερη κινηματογραφική εκδοχή της ιστορίας, δια χειρός Sofia Coppola, σε μια θριαμβευτική επιστροφή μετά το άνοστο «Bling Ring» της. Ας ξεκινήσουμε λέγοντας πως το φιλμ μοιάζει να αφορά περισσότερο τους μη γνώστες των προϋπαρχουσών εκδοχών, οι οποίοι θα μπούνε στην αίθουσα δίχως εκ των προτέρων σχηματισμένη άποψη για τους χαρακτήρες. Αντίστοιχα, θα προσφέρει μια σαφώς πιο ενδιαφέρουσα εμπειρία σε όσους δεν έχουν δει το τρέιλερ, το οποίο ως είθισται ανοίγει υπερβολικά πολλά από τα κρυμμένα χαρτιά του φιλμ.

Έχοντας πει αυτά, το φιλμ δεν αλλάζει τίποτα από το στόρι των προκατόχων του, μα το προσεγγίζει με ξεκάθαρα διαφορετική ματιά. Η Coppola επιλέγει να αγνοήσει τις πληροφορίες για το παρελθόν των ηρώων που αποκαλύπτονταν μέσω φλας-μπακ στο παλιό φιλμ, θεωρητικά αφαιρώντας, θα έλεγε κανείς, το σεναριακό τους βάθος, μα τελικά προσθέτοντας έτσι μεγαλύτερο σινεφιλικό ενδιαφέρον. Γιατί κατ` αυτόν τον τρόπο, οι χαρακτήρες παραμένουν μονίμως καθηλωτικά διφορούμενοι, με τα πραγματικά κίνητρά τους και το διαχωρισμό αλήθειας και ψέματος να μένουν αδιευκρίνιστα, αφημένα στη δική μας υποκειμενική αντίληψη. Άλλωστε, οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες είναι πάντα αυτοί στους οποίους δε δίνεται σαφές πρόσημο, αυτοί οι οποίοι κινούνται σε γκρίζες περιοχές και πρέπει εμείς να αποφασίσουμε αν κλίνουν προς το άσπρο ή το μαύρο. Το σεναριακό βάθος των ηρώων της Coppola βασίζεται στην αφαίρεση, σε υπαινιγμούς που μας παροτρύνουν να το συμπληρώσουμε με βάση την κρίση μας. Αυτή η εκ μέρους μας αβεβαιότητα απέναντί τους μας καθιστά, αφενός, ενεργούς συμμετέχοντες στην παρακολούθηση του φιλμ και αφετέρου συμβάλλει στην αιωρούμενη αίσθηση μυστηρίου και, πιθανά, απροσδιόριστης απειλής που το διέπει. Αυτή η αφαιρετικότερη αφήγηση επίσης, στα πλαίσια της οποίας οι γραμμές που ενώνουν τις σεναριακές τελείες συχνά προσπερνιούνται, έτσι ώστε να μπορούμε να τις τραβήξουμε μονάχα με τη φαντασία μας (πχ η ανάπτυξη της σχέσης Colin Farrell - Elle Fanning), συνεπάγεται την εστίαση όχι τόσο στην ιστορία καθαυτή, αλλά στη νοηματοδότησή της. Έτσι, η αφήγηση της Coppola (πολύ περισσότερο απ` αυτήν του Siegel) μας παίρνει απ` το χέρι σε έναν στοχασμό πάνω στις σχέσεις θηλυκού κι αρσενικού, τον πρωτογονισμό και την αυτοκαταστροφικότητα της σεξουαλικής έλξης και το παιχνίδι εξουσίας που την ακολουθεί.

Όλα αυτά κάτω από μια σαγηνευτική ατμόσφαιρα, σκοτεινή, ομιχλώδη και υπνωτιστική. Η πανέμορφη φωτογραφία του Philippe Le Sourd που χρησιμοποιεί μόνο το φως του ήλιου και των κεριών και η άριστη διεύθυνση παραγωγής με έμφαση στην ενδυματολογική λεπτομέρεια σιγοντάρουν ιδανικά το όραμα της Coppola, δημιουργώντας ένα πλήρως μαγνητιστικό αποτέλεσμα. Άψογο και το βασικό καστ, με τον Colin Farrell να διαφοροποιείται συνειδητά και εύστοχα από την εξαιρετική original ερμηνεία του Clint Eastwood, τη Nicole Kidman σε ρόλο που παίζει στα δάχτυλα (βλ. «Stoker»), τη 18χρονη Elle Fanning να συνεχίζει δυναμικά να αναδεικνύεται σε ανερχόμενο ταλέντο και, τέλος, την Kirsten Dunst σε μια από τις καλύτερες, συνταρακτικά εσωτερικές ερμηνείες της.

Το απρόβλεπτο αυτό δραματικό θρίλερ εποχής βρίσκει τη Sofia Coppola σε πλήρη ανάκτηση καλλιτεχνικής φόρμας, συνθέτοντας με δεξιοτεχνία ένα γοητευτικότατο κινηματογραφικό σύμπαν. Η αρχετυπική έλξη μεταξύ των δύο φύλλων εξερευνάται διεισδυτικά, με μια σκηνοθετική σιγουριά που κατορθώνει να ισορροπήσει την (εκ των έσω)  απειλή με τη συναισθηματική αθωότητα μα και το χιούμορ. Το φιλμ διαθέτει αδυναμίες, μα η δημιουργική του αυτοπεποίθηση τις κάνει να φαντάζουν σχεδόν ασήμαντες μπροστά σε μια αξιομνημόνευτη κινηματογραφική εμπειρία που αξίζει να βιώσεις -ιδίως αν δεν είσαι εξοικειωμένος με τις προηγούμενες εκδοχές της ιστορίας (και με το τρέιλερ). 

Βαθμολογία: 4/5

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Rough night / Πάρτι γυναικών (2017)


Καλά κρατεί η επιρροή του «Hangover»… Οχτώ χρόνια μετά από την υπερεπιτυχημένη κωμωδία του Todd Philips και έξι από τη «θηλυκή εκδοχή» της, «Bridesmaids», συνεχίζουμε να παίρνουμε την ίδια συνταγή ξαναζεσταμένη στα γρήγορα σε διαφορετικά πακέτα, όπως, εδώ, ένα κολεγιακό reunion για χάρη γυναικείου bachelorette πάρτι. Τα sex jokes λοιπόν πιάνονται χέρι-χέρι με το μαύρο χιούμορ, σε μια σεξοκωμωδία καταστάσεων που δεν θα παραξενευόσουν αν έβλεπες ως επεισόδιο ελληνικής τηλε-σειράς. Μη μπορώντας να αποτινάξει από πάνω του την αίσθηση «προϊόντος», το σενάριο προσφέρει γερές δόσεις deja-vu, ενώ σκηνοθεσία και μοντάζ αδυνατούν να βρουν κωμικό στόχο μέσω πλανοθεσίας και τάιμινγκ αντίστοιχα, τα οποία ακολουθούν με αμηχανία τα αυστηρά χολιγουντιανά «εγχειρίδια».

Μέσα στο ως επί το πλείστον αξιοπρεπέστατο καστ, μια ταινία που θέλει ως κεντρικό «μεγάλο» όνομά της τη Scarlett Johansson, κάνει ελάχιστη προσπάθεια για να καταστήσει το χαρακτήρα της στοιχειωδώς αστείο και, κυρίως, ενδιαφέρων. Η σεναριακή της ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στην αρχική εργασιομανία της εις βάρος των διαπροσωπικών της σχέσεων, πληροφορία η οποία παρέχεται ως σεναριακή τυπικότητα, δηλαδή άνευ κάποιας κωμικής ή δραματουργικής έμπνευσης, με αποτέλεσμα ελάχιστα να μένει στη μνήμη μας ή να μας ενδιαφέρει. Με την ίδια τη Johansson να μην αναδεικνύει κάποια ιδιαίτερη κωμική δύναμη ερμηνευτικά, οι β’ χαρακτήρες τής κλέβουν ξεκάθαρα την παράσταση. Από την κεντρική παρέα, ερμηνευτικά αξιοσημείωτη είναι η Kate McKinnon (με Αυστραλέζικη προφορά), αλλά αυτή που ξεχωρίζει δεν είναι άλλη από την λεσβία αλητο-ακτιβίστρια της Ilana Glazer, της οποίας το υπαινικτικό love-story είναι από τα λίγα πράγματα που προσθέτουν ένα κάποιο σεναριακό και χιουμοριστικό ενδιαφέρον. Οι μόνες αξιομνημόνευτες και όντως αστείες πάντως στιγμές της ταινίας είναι οι λίγες που αξιοποιούν το ταλέντο του Ty Burrell (η Demi Moore στις ίδιες σκηνές μένει αρκετά αναξιοποίητη), ο οποίος είναι σκέτη ευλογία για το όλο εγχείρημα.

Αν και το φιλμ δεν αποδεικνύεται τόσο κακό όσο προμηνύει το πρώτο του –σοκαριστικά ανέμπνευστο και σχεδόν βιντεοκλιπίστικο- 20λεπτο, σπάνια καταφέρνει να παράγει σκηνές γνήσιας κωμικής και κινηματογραφικής αξίας, περνώντας επί τόπου στη λήθη του σωρού. Ας αποδειχθεί τουλάχιστον χρήσιμο στην ανάδειξη των ξεκάθαρων ερμηνευτικών ταλέντων που έχει την τύχη να συμπεριλαμβάνει στο καστ του. 

Βαθμολογία: 1/5

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Pojedeme k moři / To see the sea (2014)

Έχουμε δει πολλές φορές τον οπερατέρ μιας ταινίας να ανήκει στον ίδιον τον κόσμο της ταινίας, να αποτελεί έναν από τους χαρακτήρες της. Αρκεί να κοιτάξουμε οποιοδήποτε found-footage φιλμ ανά τα χρόνια. Το «To see the sea» όμως είναι ίσως η πρώτη φορά που εντός της ταινίας συνυπάρχει ακόμα κι ο υποτιθέμενος σκηνοθέτης και μοντέρ της! Στο είδος του ντοκιμαντέρ, αυτή η λογική δεν είναι άγνωστη, μιας και συχνά οι ντοκιμαντερίστες επιλέγουν να ασχοληθούν με προσωπικές τους ιστορίες, συπεριλαμβάνοντας τον εαυτό τους ως χαρακτήρα της ταινίας τους. Αυτό ακριβώς κάνει και το «To see the sea». Πρόκειται για ένα mockumentary (ψευδο-ντοκιμαντέρ) πάνω στη ζωή του -μυθοπλαστικού- δημιουργού του. Κι αν αυτή η ιδέα ακούγεται πρωτότυπη και φρέσκια, η ευρηματικότητά της δεν τελειώνει εκεί. Γιατί ο υποτιθέμενος δημιουργός του προσωπικού εν λόγω «ντοκιμαντέρ» όχι απλά δεν ανήκει στο χώρο του κινηματογράφου, μα είναι ένα 11χρονο αγόρι που ονειρεύεται να γίνει σκηνοθέτης όταν μεγαλώσει!

Αποτελώντας το ντεμπούτο πίσω από την κάμερα του διάσημου στην Τσεχία ηθοποιού Jiří Mádl, το «To see the sea» αποτελεί μια «μικρή» ταινία, που επισκέφθηκε πολύ λίγα φεστιβάλ, στην Ελλάδα δεν προβλήθηκε ποτέ και εν γένει πέρασε εντελώς απαρατήρητη, παραμένοντας έως σήμερα στην αφάνεια. Μα το φιλμ του Mádl αξίζει πολύ μεγαλύτερης αναγνώρισης απ’ ό,τι έχει δεχθεί. Αν και μπορεί να σε ξεγελάσει εκ πρώτης όψεως με τον (ηθελημένο) φαινομενικό ερασιτεχνισμό του, στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά ερασιτεχνικό είναι. Αντλώντας, εύστοχα, υφολογική έμπνευση από το best-seller «Ποιος Σκότωσε το Σκύλο τα Μεσάνυχτα» (εκεί, ο συγγραφέας Mark Haddon υιοθετεί τη συγγραφική ταυτότητα ενός αυτιστικού εφήβου), ο Mádl κατασκευάζει την ταινία του με άξονα τη νοοτροπία και αφηγηματική ωριμότητα ενός 11χρονου αγοριού -με πολύ σοβαρότερη κινηματογραφική παιδεία από τους συνομηλίκους του. Ακραίοι τεχνικοί πειραματισμοί, συνειδητά επιτηδευμένη πλανοθεσία και ένα καστ εξαιρετικών ηθοποιών που καθιστούν τη μυθοπλασία σχεδόν αδιόρατη αποτελούν ό,τι χρειάζεσαι για να «χάψεις» αδιαμαρτύρητα την ψευδαίσθηση πως βρίσκεσαι πράγματι στο μυαλό ενός μικρού ερασιτέχνη ντοκιμαντερίστα.

Ίσως το φιλμ του Mádl να είναι καταδικασμένο να μην αγγίξει κινηματογραφική κορυφή, όντας (ειρωνικά) αναγκασμένο να υιοθετήσει τον παραπάνω ερασιτεχνισμό για να παραμείνει πιστό στο κόνσεπτ του. Όμως αυτό δεν έχει καμία σημασία. Γιατί αποτελεί ένα πραγματικό υπόδειγμα των δυνατοτήτων της απλότητας και του κινηματογράφου χαμηλού προϋπολογισμού. Αναδεικνύει πώς τα πιο φτωχά κινηματογραφικά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν δημιουργικά προς όφελος του φιλμ -ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι όντως όσο φτωχό δείχνει-, εντοπίζει την πηγή της κινηματογραφικής φρεσκάδας στην ύπαρξη μιας ευρηματικής κεντρικής ιδέας και αποδεικνύει πως υπάρχει ακόμα χώρος στη μεγάλη οθόνη για αληθινή πρωτοτυπία. Με τον εσκεμμένο ερασιτεχνισμό να δυσκολεύει τον διαχωρισμό των μειονεκτημάτων από τα… πλεονεκτήματά του, συνολικά πραγματοποιεί κάτι εντυπωσιακά καινούριο και αφοπλιστικά πολυεπίπεδο.

Η ελαφρότητα και το χιούμορ της αμέριμνης παιδικής ζωής του πρωταγωνιστή ακολουθούνται από μια απολαυστική πλοκή μυστηρίου υπό την ομπρέλα της παιδικής αθωότητας, ενώ κι αυτή δύναται να δώσει τη θέση της σε ένα απρόσμενα βαρύ οικογενειακό δράμα. Όλα αυτά ομαλά συμπεριλαμβανόμενα στα πλαίσια μιας ευρύτερης παιδικής ζωής κι όχι μιας επιτηδευμένης κινηματογραφικής εξιστόρησης. Κι είναι εντυπωσιακό το πόσα νοηματικά επίπεδα εξυπηρετούνται μέσω αυτής της θεωρητικά «χύμα» αφήγησης. Αφενός, υπάρχει καθαρή ανάπτυξη χαρακτήρα, με τον μικρό Tomáš να ωριμάζει τόσο μέσω της οικογενειακής του περιπέτειας, όσο και της φιλίας του με τον συνομήλικό του Haris. Μα όπως είναι φυσικό, υπάρχει και μια πανταχού παρούσα αυτοαναφορικότητα, που δίνει μια σταθερά κινηματογραφόφιλη διάσταση στο φιλμ, καθιστώντας το τελικά ένα ευαίσθητο γράμμα αγάπης προς το ίδιο το σινεμά. Υποδειγματικά, ωστόσο, αυτές οι δύο διαστάσεις είναι και βαθιά αλληλένδετες, αφού η ενδοσκοπική εξέλιξη του πρωταγωνιστή δεν θα ήταν καν εφικτή δίχως την κινηματογραφική του κάμερα που αναζητά απαντήσεις με τόλμη και καλλιτεχνική φιλοδοξία. Έτσι, το φιλμ του Mádl αναδεικνύεται σε έναν φόρο τιμής στις εγγενείς καλλιτεχνικές μας ανησυχίες, τα παιδικά μας όνειρα και πάνω απ’ όλα στην αυτοανακάλυψη μέσω της τέχνης, και δη του κινηματογράφου.

Άγνωστο και δυσεύρετο, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τσέχου ηθοποιού Jiří Mádl αποτελεί ένα πραγματικό υπόδειγμα κινηματογράφου περιορισμένων μέσων και δημιουργικής φρεσκάδας, χαμηλού προϋπολογισμού και υψηλών ιδεών. Πολύτιμο μάθημα για όσους τρέφουν κινηματογραφικές φιλοδοξίες και ένεση νοσταλγίας για όσους μεγάλωσαν με μια ερασιτεχνική κάμερα στο χέρι ή όσους έστω το ονειρεύτηκαν. Πάνω απ’ όλα όμως, πρόκειται για μια απρόσμενη ανάσα -ουσιαστικής- πρωτοτυπίας, σε έναν κόσμο που όσο την έχει ανάγκη, άλλο τόσο την αφήνει, δυστυχώς, να περάσει απαρατήρητη. 

Βαθμολογία: 4/5