Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Mother! / Μητέρα! (2017)

Ο Darren Aronofsky επιστρέφει, μετά από την ακριβή μπλοκμπαστερική παραγωγή του «Νόε» σε ένα φιλμ πιο μικρό, προσωπικό κι εσωστρεφές, όχι όμως χωρίς ψηλές φιλοδοξίες. Το «Mother!» λαμβάνει χώρα σχεδόν εξολοκλήρου εντός των τεσσάρων τοίχων ενός απομονωμένου σπιτιού, μα αυτό δεν το περιορίζει στην απλότητα μιας ταινίας δωματίου, αφού οι νοηματικές του εξερευνήσεις επεκτείνονται (πολύ) πέρα από το κατώφλι του σπιτιού, για να φτάσουν μέχρι και στην ίδια τη… δημιουργία του σύμπαντος! Το θαυμαστικό στον τίτλο του άλλωστε υπονοεί αυτήν ακριβώς την υπέρβαση, τη βαριά νοηματοδότηση κάθε μικρότερου ή μεγαλύτερου στοιχείου της ιστορίας.

Επίσης, ανακοινώνει εξαρχής τον κωμικό χαρακτήρα της ταινίας. Παρόλο που λόγω της ψυχολογικής πίεσης που του ασκείται, ο μέσος θεατής δεν διευκολύνεται να διακρίνει αυτήν την ειρωνικά χιουμοριστική πλευρά του φιλμ, ο Aronofsky μοιάζει μάλλον να σπάει πλάκα με τη δημιουργία του, εις βάρος του απροστάτευτου θεατή που θα βρεθεί θύμα της φάρσας. Το κυρίαρχο στοιχείο στο «Mother!» είναι ο σουρεαλισμός του, είναι πως όλα φαντάζουν τόσο τραβηγμένα που παραπέμπουν ταυτόχρονα σε καθαρόαιμο εφιάλτη και σε ξέφρενη κωμωδία -φανταστείτε το «Πάρτι» αμπαλαρισμένο ως μια ψυχολογικά βάναυση φιλοσοφική αλληγορία! Κάθε λεπτό είναι ασφυκτικά και -για τους ίδιους λόγους- σχεδόν ξεκαρδιστικά σουρεάλ, ένας ανελέητος όσο και διασκεδαστικότατος ψυχολογικός πόλεμος.

Αποπνικτικά προσκολλημένη στο πρόσωπο της Jennifer Lawrence, η κάμερα μάς παρασέρνει σε μια παρέλαση συμβόλων και ιδεών, ξεκινώντας από κοινές αλήθειες για τις ανθρώπινες σχέσεις και τον υλισμό της σημερινής κοινωνίας και καταλήγοντας σε θρησκευτικά και κοσμογονικά αρχέτυπα. Αν και το φιλμ είναι χτισμένο πάνω σε μια συγκεκριμένη βιβλική -κυρίως- σημειολογία, παραμένει τόσο ανοιχτό σε υποκειμενικές ερμηνείες ώστε η απλή παρατήρηση όλης της έκτασης των πιθανών εξηγήσεων είναι εξίσου απολαυστική με την αναζήτηση των προσωπικά ικανοποιητικών ερμηνειών. Έτσι, το φιλμ μπορεί να μην είναι διόλου εύπεπτο, αλλά βελτιώνεται αναμφίβολα κατά τη χώνεψη, αποτελώντας ένα αξιοπρόσεκτο σινεφιλικό παζλ, όσο και μια ιδιαίτερη, ενοχλητική και ταυτοχρόνως διασκεδαστική εμπειρία. Σίγουρα πάντως δεν είναι για μαμάδες. 

Βαθμολογία: 3.5/5

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Βιβλίο από τον Ψηλέα Ψογκ.


Το ποστ αυτό είναι άσχετο με τον κινηματογράφο, αλλά η πρώτη μου ποιητική συλλογή κυκλοφορεί ως ανεξάρτητη έκδοση από την ομάδα του σλίτζι και είναι διαθέσιμη για παραγγελίες στο slitzi.info@gmail.com.

Η ποιητική συλλογή Κόκκινη Μπογιά, λοιπόν, περιέχει 33 ποιήματα, δημοσιευμένα κι αδημοσίευτα, και 72 σελίδες. Αποτελεί μια παντελώς ανεξάρτητη δημιουργία, έξω από τον κόσμο των εκδοτικών οίκων και της μαζικής παραγωγής, ως παράδειγμα ότι η καλλιτεχνική (κι όχι μόνο) δημιουργία δεν είναι ελιτίστικη πολυτέλεια, αλλά κάτι το χειροπιαστά, ρεαλιστικά εφικτό από όλους.

Λόγω του ανεξάρτητου χαρακτήρα της έκδοσης, το βιβλίο διατίθεται μόνο κατόπιν παραγγελίας και παραχωρείται χέρι με χέρι.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Παραγγελίες και επικοινωνία: slitzi.info@gmail.com

(Tα έσοδα πηγαίνουν στο ταμείο του σλίτζι για χρηματοδότηση μελλοντικών πρότζεκτ).



Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Telle mere, telle fille / Μαμά ή γιαγιά; (2017)

Γαλλικές κωμωδίες κι ελληνικό καλοκαίρι δεν κάνουν χώρια και φαίνεται να μην έχουμε κουραστεί να καταπίνουμε αδιαμαρτύρητα την ίδια crowd-pleaser αφέλεια κάθε που αυξάνονται οι θερμοκρασίες. Όπως πάνω-κάτω συνηθίζεται, έτσι κι εδώ έχουμε μια ιστορία οικογενειακής (και δευτερευόντως ρομαντικής) θεματικής, με μια ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα να πυροδοτεί την πλοκή, έναν εξώφθαλμα κωμικό χαρακτήρα από την εμπειρότατη Juliette Binoche να σπάει τον «βαρετό» ρεαλισμό και ένα εύπεπτο, χλιαρό χιούμορ ρουτίνας που δε σου φέρνει δάκρυα στα μάτια αλλά ούτε και σε προσβάλλει. Όλα αυτά απαραιτήτως συμμαζεμένα σε ένα αυστηρότατα «happy» end ξεπερασμένων υπερ-ρομαντικών συμπτύξεων που αγνοεί το όποιο δραματουργικό ενδιαφέρον έχει υπάρξει ως τότε για χάρη της εκβιαστικής, μελιστάλαχτης κατάληξης.

Υπάρχει λοιπόν λόγος να ασχοληθεί κανείς με τούτο το όχι-και-τόσο πρωτοποριακό φιλμ; Ομολογουμένως, όταν η mainstream γαλλική κωμωδία έρθει εις πέρας αποτελεσματικά -και η παρούσα δεν τα πάει καθόλου άσχημα, στα πλαίσια των καθαρά εμπορικών όρων- τότε όλα τα εύκολα καλαμπούρια της και η εύπεπτη σεναριακή της προσέγγιση πιάνονται χέρι-χέρι με μια ιδιαιτέρως ανθρωποκεντρική ματιά. Δεν μιλάμε για βαθυστόχαστες ψυχαναλύσεις, μα πρόκειται για ένα αρκετά ανθρώπινο σινεμά, με καταστάσεις που αντανακλούν ευαισθησίες της πραγματικότητας, χαρακτήρες που ξεπερνάνε τα όρια μιας κωμικής καρικατούρας και γίνονται ζωηροί κι εύπλαστοι και χιούμορ που προκύπτει συχνά από αυτούς χωρίς να επιβάλλεται (εντελώς). Δηλαδή, πέρα από το υπερβολικά αισιόδοξο παραμύθιασμα της κατάληξης και ορισμένες στιγμές που τείνουν να ξεχάσουν τη στοιχειώδη αληθοφάνεια, το φιλμ έχει λόγο να ενδιαφέρει έναν θεατή χωρίς να χρειάζεται να προσβάλλει τους υπόλοιπους, κι ας μην έχει να του αφήσει κάτι που θα θυμάται για πάντα -αυτό, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο.

Βαθμολογία: 2/5

(06/07/2017)

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

It comes at night / Έρχεται τη νύχτα (2017)


Από τη συμβολική  ιστορία ενηλικίωσης και σεξουαλικής συνειδητοποίησης του «It follows» μέχρι τη σπλάτερ sci-fi... κοινωνική μαύρη κωμωδία (!) του φετινού «Get out», τα ιβρύδια κινημαγραφικού τρόμου έχουν προσφέρει μερικές από τις πιο πρωτότυπα ουσιώδεις παραβολές των τελευταίων χρόνων. Σ' αυτές τις ανεξάρτητες ανάσες φρεσκάδας κι απαντήσεις ανανέωσης απέναντι σε ένα από τα πιο κουρασμένα κινηματογραφικά είδη ανήκει κι η δεύτερη ταινία του 28χρονου Trey Edward Shults. 

Το «It comes at night», πίσω από μια υποβλητική horror-ίζουσα ατμόσφαιρα και λίγες διάσπαρτες παρενθέσεις στοιχείων τρόμου, αποτελεί επί της ουσίας ένα μεταποκαλυπτικό (;) θρίλερ επιβίωσης και, ως τέτοιο, δε μας λέει απαραιτήτως κάτι πρωτάκουστο. Έχουμε δει πολλές φορές τη ζωώδη φύση του ανθρώπου να έρχεται στην επιφάνεια όταν παίρνει τα ψυχολογικά ηνία το ένστικτο επιβίωσης. Εδώ, ωστόσο, είναι ακριβώς η ύπαρξη αυτής της αόρατης απειλής, αυτή υπαινισσόμενη συγγένεια με το είδος του τρόμου που καθιστά τον προβληματισμό ιδιαιτέρως αποτελεσματικό. Γιατί η παρουσία ενός εξωτερικού κακού, πάντοτε αδιευκρίνιστου και άγνωστου (θα μπορούσε να είναι και μεταφυσικό), προσφέρει την τέλεια αντίθεση για να εστιάσουμε στο κακό που ελλοχεύει εντός μας -εγγενές στην αδύναμη και ατελή φύση μας. 

Το «εξωτερικό κακό», λοιπόν, δίνει το έναυσμα μιας περίπλοκης ψυχολογικής μελέτης, όπου τα παιχνίδια εξουσίας και ο ενστικτώδης ανδρικός ανταγωνισμός του «ποιος την έχει μεγαλύτερη» ανάγονται σε μοναδικό νόμο. Ψυχολογικό βάθος το οποίο αποτυπώνεται με λεπτεπίλεπτη ακρίβεια στην ερμηνεία του Joel Edgerton, στον οποίο ανήκει ο πιο πολυπεπίπεδα ενδιαφέρων χαρακτήρας του φιλμ. Η εσκεμμένη σύγχυση ονείρου και πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την απόκριψη σημαντικών πληροφοριών τόσο από τους πρωταγωνιστές όσο και από εμάς, μάς τοποθετεί στην ίδια θέση με' αυτούς, κοιτώντας μας κατάματα κι υπονοώντας ευθέως πως όσο κι αν τους παρατηρούμε σαν τα πειραματόζωά μας, όσο κι αν τους κατακρίνουμε εκ του ασφαλούς, τόσο ελάχιστα διαφέρουμε, στην πραγματικότητα, από εκείνους. 
 
Μοναδική ένσταση στο σταθερής δημιουργικής σιγουριάς φιλμικό οικοδόμημα ένα φινάλε που δίνει παντελώς περιττές απαντήσεις στα ως τότε εύστοχα αμφιλεγόμενα, συνεπώς περιορίζοντας την τελική του διεισδυτικότητα. Ακόμα κι έτσι, ο Shults καταφέρνει εντέλει να οδηγήσει αυτήν την αχρείαστη μανούβρα σαφήνειας στον ουσιώδη υπαινιγμό, πείθοντας πως δεν έχει χάσει τον έλεγχο του θεματικού τιμονιού.

Καθηλωτικό ψυχολογικό θρίλερ επιβίωσης, που χρησιμοποιεί το υπαινισσόμενο στοιχείο του τρόμου για χάρη της ψυχοκοινωνικής ενδοσκόπησης. Δημιουργημένο με δεξιοτεχνία και δημιουργική αυτοπεποίθηση, χάνει ελαφρώς τον προσανατολισμό του στο φινάλε, μα κατορθώνει να προβληματίσει και να κάνει αίσθηση ως ένα ακόμη αξιοπρόσεκτο, ουσιώδες ιβρύδιο τρόμου.

Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ginger & Rosa (2012)


Περίοδος του Ψυχρού Πολέμου και το κλίμα φόβου για πυρηνική καταστροφή, η αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή ο κόσμος μπορεί να τελειώσει κυριαρχούν. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο, η Sally Potter βρίσκει την ευκαιρία να αφηγηθεί μια από αυτές τις παραβολές επώδυνης ενηλικίωσης, στις οποίες τόσο αρέσκεται το σινεμά να επιστρέφει επανεφευρίσκοντάς τες με νέες ιδέες και διαφορετικές σημειολογίες (βλέπε και το φετινό «Raw»). Το «Ginger & Rosa» μπορεί να μη διαθέτει κάτι το πρόδηλα μεταφορικό, αντιθέτως να αποτελεί ένα ως επί το πλείστον πεζό δράμα εποχής,  μια straightforward μελέτη χαρακτήρα πάνω στην εφηβική αντιδραστικότητα στο κατώφλι της ενήλικης ζωής. Παρόλα αυτά, η ελλειπτική, κατακερματισμένη αφήγηση που προσπερνάει σημαντικά κομμάτια της ζωής της πρωταγωνίστριας Τζίντζερ, προσφέροντάς μας μια αποστασιοποιημένη και ταυτόχρονα μη αντικειμενική οπτική, η (συνεπώς) απροσδιόριστη ροή του χρόνου και η πανταχού παρούσα, αν όχι σχεδόν μεταφυσική απειλή της βόμβας και του τέλους του κόσμου δίνουν στην πεζή ιστορία της Potter μια υπερβατικότητα, ένα διακριτικό λυρισμό που την αναγάγει καθαρά σε ταινία δημιουργού.

Αν και δυσκολευόμαστε να ακολουθήσουμε κάποια αυστηρή αφηγηματική συνοχή από σκηνή σε σκηνή, άρα θεωρητικά και να ταυτιστούμε με την Τζίντζερ, η ταινία ανήκει πράγματι στην υποκειμενική οπτική της ηρωίδας, μια οπτική μπερδεμένη, αποπροσανατολισμένη, μη συνεκτική. Ό,τι δεν την ενδιαφέρει δεν το βλέπουμε καν (το σχολείο) κι ο κινηματογραφικός χρόνος κυλάει ακατανόητα, άρρυθμα, φευγαλέα, όπως τα χρόνια κατά την πικρή διαπίστωση του ότι μεγαλώνουμε. Οι συνεχείς αναφορές στην πυρηνική απειλή ηχούν πάντα ειρωνικές, σαν ένας ψυχολογικός αντιπερισπασμός απέναντι σε κάποιον άλλο, ενδότερο κι ανομολόγητο φόβο -ίσως για το τέλος ενός άλλου κόσμου, εκείνου της αθωότητας και της ανήλικης ξεγνοιασιάς, εντός του οποίου μάς συστήνονται οι δύο ηρωίδες στην αρχή του φιλμ. Σιγά σιγά, η ανεξαρτησία, από επαναστατική εφηβική επιδίωξη αρχίζει να μετατρέπεται σε αβάσταχτο εξαναγκασμό της ζωής, καθώς οι έννοιες της οικογένειας και της φιλίας αποδομούνται και η μέχρι πρότινος σιγουριά (η εφηβική αυτονομία υπήρχε εκ του ασφαλούς) αρχίζει να ξεθωριάζει.

Όλα αυτά μέσα από τα απογοητευμένα μάτια μιας προδομένης γενιάς, που βλέπει τα λάθη της προηγούμενης να γίνονται ολοένα κι εμφανέστερα και τις πάλαι ποτέ ακέραιες ηθικές της αρχές να απομυθοποιούνται. Ίσως γι’ αυτό και πολλές ερμηνείες (εμπειρότατων ηθοποιών) φλερτάρουν συχνά με μια διακριτικά καρικατουρίστικη υπερβολή, αντανακλώντας το χάσμα επικοινωνίας της Τζίντζερ με τον κοινωνικό της περίγυρο. Ακόμα και το μοναδικό σημείο ταύτισης με την εν λόγω γενιά αποδεικνύεται ικανό για τη μεγαλύτερη προδοσία, όπως εκφράζει ο εξαιρετικά καλογραμμένος, πολυδιάστατος χαρακτήρας του πατέρα. Όσο για τη συγκλονιστικά ταλαντούχα, 13χρονη (σε ρόλο 17χρονης!) Elle Fanning, κρατάει στους ώμους της την ταινία και το ψυχολογικό αδιέξοδο ενός χαρακτήρα που φοβάται να μεγαλώσει, ερμηνεύοντας με πικρή αθωότητα. Το υπέροχο τελικό πλάνο, πιο κινηματογραφικό απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά, κλείνει το φιλμ γλυκόπικρα και -μάλλον- αισιόδοξα, με μια Τζίντζερ λιγάκι πιο έτοιμη να αφήσει πίσω της τον ανήλικο εαυτό της, όπως τις ομοιοκαταληξίες στα ποιήματά της.

Η Sally Potter παρουσιάζει μια ισχυρής σκηνοθετικής άποψης ματιά πάνω στο πέρασμα του χρόνου και τον υπαρξιακό μπαμπούλα της ενηλικίωσης, εκφράζοντας -με το σιγοντάρισμα εξαιρετικών ερμηνειών, ενός μελαγχολικού σάουντρακ και της φαινομενικά ακατέργαστης, μα στην πραγματικότητα εκπληκτικά προσεγμένης φωτογραφίας του Robbie Ryan (συνεργάτη της Andrea Arnold)- βαθιά ευαισθησία εκεί που ένα αμύητο ευρύ κοινό θα διέκρινε ψυχρότητα. Πάντως, είτε το αγαπήσεις είτε όχι, αξίζει δίχως καμία αμφιβολία την προσοχή σου.

Βαθμολογία: 3.5/5

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

A monster calls / 7 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα (2016)

Ο Βρετανός Patrick Ness διασκευάζει σεναριακά το δικό του ομώνυμο μυθιστόρημα κι ο Juan Antonio Bayona βρίσκει εντός του τη θεματική συγγένεια με τη μέχρι τώρα φιλμογραφία του (το εξαιρετικό «Ορφανοτροφείο» και το σαφώς μετριότερο, μελοδραματικό «The Impossible»), πάνω στην οικογένεια και την απώλεια. Το οριακά απλοϊκό ύφος στο βιβλίο του Ness δεν αποτελεί παρά το ευχάριστο στην ανάγνωση και ευπρόσιτο στο εφηβικό κοινό αμπαλάρισμα μιας επώδυνης και διεισδυτικής ψυχολογικής μελέτης πάνω στη συνειδητοποίηση της θνητότητας και, κυρίως, την κατανόηση κι αποδοχή των ενδότερων, σκοτεινότερων πτυχών του ίδιου μας του εαυτού.

Σε πλήρη αντιστοιχία, το φιλμ του Bayona, πιστότατο στη λογοτεχνική πηγή του, επιστρατεύει ένα μέινστριμ όρων στόριτέλινγκ, με εύληπτους έως απλοϊκούς διαλόγους και απόλυτα γραμμική δομή, δημιουργώντας το περίβλημα εφηβικής ταινίας και την αίσθηση παιδικού παραμυθιού. Σε αυτά τα πλαίσια προκύπτουν οι βασικότερες ενστάσεις για το φιλμ, καθώς υιοθετεί αυτούσιο τον ήδη υπερβολικά προφανή βερμπαλισμό του βιβλίου, ο οποίος όμως στο σινεμά συνεπάγεται και μια κραυγαλέα έλλειψη κινηματογραφικότητας. Όχι ότι αυτό στερεί σε πρώτη θέαση το συναισθηματικό αντίκτυπο του σπαραξικάρδιου θέματος, μα σίγουρα περιορίζει το κινηματογραφικό βάθος που δύναται να αγγίξει η έκβαση της προβληματικής.

Αυτά όμως βρίσκονται σε ένα πρώτο επίπεδο αφήγησης, πέρα από το οποίο σχεδόν όλη η χαμένη κινηματογραφικότητα ανακτάται από μικρές οπτικές νύξεις, από την ανθρωποκεντρική συμβολικότητα, αλλά και από τον ίδιο τον πρωτότυπο και, για τα μέινστριμ δεδομένα, τολμηρό συνδυασμό animation φαντασίας και ρεαλιστικού ψυχολογικού δράματος. Μπορεί η αφήγηση να ακουμπάει μόνο επιδερμικά το κομμάτι της κοινωνικής συναναστροφής του Conor και συνεπώς την ανάγκη του να είναι ένα φυσιολογικό παιδί όπως όλα τ’ άλλα αντί του «παιδιού που περνάει δύσκολα», ωστόσο εστιάζει συνειδητά και φέρνει εύστοχα εις πέρας το κομμάτι της προσωπικής ενδοσκόπησης, της αναζήτησης απαντήσεων στο σκοτεινό λαβύρινθο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Οι ιστορίες του τέρατος (ειδικά οι δύο πρώτες) δεν είναι όσο προφανείς εκλαμβάνονται από κάποιους, ίσα-ίσα που χωράει μπόλικη υποκειμενική ερμηνεία στην εξαγωγή συμπεράσματος, με το διφορούμενο ενδιαφέρον τους να βρίσκεται στο ότι αυτές καθρεφτίζουν πάντα το μέσα κι όχι το έξω, αφορούν καθαρά τον Κόνορ σα χαρακτήρα κι όχι την οικογένειά του ή την έκβαση των γεγονότων. Κι εν συνεχεία η τελευταία σκηνή του φιλμ, ευφυής κινηματογραφική προσθήκη που δεν υπήρχε στο βιβλίο, ολοκληρώνει ψυχαναλυτικά και άκρως ευαίσθητα έναν υποσυνείδητο αποχαιρετισμό της μητέρας -και της παιδικής αθωότητας.

Πίσω από το προφανές των διαλόγων, τη φαινομενική του απλοϊκότητα κι εμπορικότητα, το «A Monster Calls» υιοθετεί τα αθώα μάτια ενός παιδιού για να κάνει μια ευαίσθητη ψυχαναλυτική βουτιά στο εσωτερικό μας χάος και να δοκιμάσει να το βάλει σε τάξη. Όχι με απλές κουβέντες, αλλά με ουσιωδέστερες συνειδητοποιήσεις και βαθύτερες -επώδυνες- ωριμάνσεις.

Βαθμολογία: 3.5/5

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Baby Driver (2017)

Με την τριλογία «Cornetto» και το «Scott Pilgrim vs the world», ο Edgar Wright έχει αποδείξει πως αποτελεί επιδέξιο χειριστή των κινηματογραφικών ειδών και βαθύ γνώστη των κινηματογραφικών κανόνων. Ταυτόχρονα, διαθέτει μια τελειομανία που εκφράζεται μέσω της εμμονικής του προσοχής στη λεπτομέρεια κι ένα χαρακτηριστικό, υποδειγματικό σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Το «Baby Driver» διαθέτει όλες αυτές τις ιδιότητες του ταλαντούχου Βρετανού, ο οποίος τώρα δοκιμάζεται σε κάτι πιο καθαρόαιμα action, λιγότερο κωμικό και προσωπικό απ’ ό,τι μέχρι τώρα. Η δημιουργική του σφραγίδα βέβαια είναι πάντα διακριτή, όπως είναι κι η κινηματογραφική του δεξιοτεχνία, είτε πρόκειται για το στήσιμο ενός μονοπλάνου, τη χρήση της μουσικής, τη σύλληψη ενός κυνηγητού ή την υφολογική και συναισθηματική απόκλιση από ένα φιλμ δράσης του σωρού.

Ο Wright μοιάζει να χτίζει διακριτικά μα αισθητά έναν κόσμο εσκεμμένα μη ρεαλιστικό, επιτηδευμένα ρομαντικό, καθιστώντας σε πρόθυμο να δεχτείς αδιαμαρτύρητα σχεδόν τα πάντα, ως κομμάτι ενός απολαυστικού κινηματογραφικού παραμυθιού. Ωστόσο, υπάρχει ένα όριο στις σεναριακές ευκολίες που δύνασαι να συγχωρήσεις στο όνομα αυτού, και δυστυχώς στο τέλος ο Wright ποντάρει υπερβολικά έντονα σε αυτή τη συνειδητή επιτήδευση, εκθέτοντας ασυγχώρητες ανεπάρκειες στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, οι οποίοι καταλήγουν να υπηρετούν την πλοκή τυφλά και βολικότατα. Πλάι σ’ αυτούς, η ασυγκράτητη σκηνοθετική έμπνευση της αρχής πάει κι αυτή μυστηριωδώς περίπατο κατά το φινάλε, αφήνοντάς μας να απορούμε για αυτόν το δημιουργικό διχασμό, μα παρόλα αυτά μην καταφέρνοντας να μας στερήσει πλήρως την απόλαυση της παλιομοδίτικα ρομαντικής καρδιάς του φιλμ.

Παρά τα ελαττώματά του, το «Baby Driver» αποτελεί υπόδειγμα στο χώρο της κινηματογραφικής δράσης και μια όχι απογοητευτική προσθήκη στην αξιοσημείωτη φιλμογραφία του Wright, παρόλο που μάλλον τον συναντάμε στη λιγότερο εμπνευσμένη στιγμή του μέχρι τώρα.

Βαθμολογία: 3/5